Monkey Island yes rodos… we eat banannas!info@monkeyisland.gr

Συνέντευξη με τη συγγραφέα Βούλα Μάστορη

Κλεοπάτρα Τσιτσιπά

Συνάντησα την κυρία Βούλα Μάστορη ένα μεσημέρι , σε μια ήσυχη γωνιά της αυλής στο Διεθνές Κέντρο Λογοτεχνών Ρόδου. Μ’ εμένα αρκούντως αγχωμένη γιατί την είχα στήσει ήδη 10 λεπτά, αλλά πολύ περισσότερο γιατί θα συναντούσα μια από τις αγαπημένες μου συγγραφείς της παιδικής κι εφηβικής μου ηλικίας.

Μετά το πέρας της συνάντησής μας, ένιωσα ότι “πήρα” πολλά. Είχα τη χαρά να γνωρίσω έναν άνθρωπο πνευματώδη, με πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμό, που δεν επέτρεψε ίχνος άγχους να παρεισφρήσει στην όμορφη κουβέντα μας. Οι αναγνώστες του monkeyisland.gr, θα έχετε τη δυνατότητα να διαβάσετε ένα μέρος της. Συζητήσαμε για πολλά θέματα πέραν των “προγραμματισμένων” ερωτήσεων που της έθεσα. Θα μου επιτρέψετε όμως να μην σας τα αποκαλύψω όλα, αλλά να κρατήσω ένα κομμάτι τους μυστικό, που θα κρατήσω σαν κόρη οφθαλμού μέσα μου.

Καλή σας ανάγνωση!

Κ.Τ.: Εδώ κ πόσα χρόνια επιλέγετε τη Ρόδο σαν τόπο διακοπών και συγγραφής;
Β.Μ: Είναι η δεύτερη φορά που έρχομαι στο Λογοτεχνικό Κέντρο της Ρόδου για συγγραφή – η πρώτη ήταν πριν από τρία περίπου χρόνια. Αλλά εδώ και είκοσι χρόνια έρχομαι στη Ρόδο καλεσμένη από κάποιο σχολείο και νιώθω πάντα σαν να έχω έρθει για διακοπές. Εξάλλου, οι οικοδεσπότες μου δεν παραλείπουν κάθε φορά να μου κάνουν και μια μικρή ξενάγηση, έτσι βλέπω τη Ρόδο και σε διαφορετικές εποχές.

Κ.Τ.: Ποιά είναι η αγαπημένη σας εποχή;
Β.Μ.: Η άνοιξη και λιγότερο το φθινόπωρο. Τελευταίο το καλοκαίρι. Δεν μου αρέσει το καλοκαίρι καθόλου!

Κ.Τ.: Γενικότερα σαν εποχή ή δεν σας αρέσει η Ρόδος το καλοκαίρι;
Β.Μ.: Όχι η Ρόδος μού αρέσει σε κάθε περίπτωση. Φέτος για παράδειγμα ήρθα καλοκαίρι. Μου αρέσει, διότι εδώ δεν ζεσταίνεσαι ποτέ και ο άνεμος σε τούτο ειδικά το κομμάτι της Ρόδου όπου βρίσκεται το Λογοτεχνικό Κέντρο είναι μοναδικός.

Κ.Τ.: Τι είναι αυτό που σας αρέσει περισσότερο εδώ στη Ρόδο και τι είναι αυτό που σας ενοχλεί;
Β.Μ.: Μου αρέσει ο ευρωπαϊκός “αέρας” που έχει το νησί και που τον παντρεύει έξοχα με την παραδοσιακή ελληνικότητα. Δε μου αρέσουν οι περιοχές όπου έχουν κτιστεί πολυκατοικίες, ειδικά μέσα στα στενά, όπου ενδιάμεσα ασφυκτιούν κάτι εναπομείναντα μικρά παλιά σπίτια ή κάποια όμορφα αρχοντικά που καταρρέουν.

Κ.Τ.: Δουλεύετε πάνω σε κάποιο βιβλίο αυτή την περίοδο;
Β.Μ.: Ναι, γι’ αυτό ήρθα εδώ στο Κέντρο.

Κ.Τ.: Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια γι’ αυτό;
Β.Μ.: Δεν μπορώ να πώ πάρα πολλά γι’ αυτό διότι είναι στην αρχή του και αυτά που θα πω ενδεχομένως αργότερα να μην μπουν στο βιβλίο.

Κ.Τ.: Είναι για εφήβους ή για ενήλικες;
Β.Μ.: Είναι για ενήλικες. Βασικά εκείνο που με απασχολουσε -διότι ήξερα το τι θέλω να γράψω-, ήταν η αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος. Δεν ήθελα να είναι μια συνηθισμένη γραμμική γραφή. Ήθελα κάτι άλλο. Μου αρέσει να πειραματίζομαι και είμαι ευτυχής διότι βρήκα αυτό που έψαχνα!

Κ.Τ: Οπότε κι εμείς ανυπομονούμε για την έκδοσή του!
Β.Μ.: Θα πρότεινα να ανυπομονείτε καλύτερα για μια άλλη έκδοση, το 2ο κατά σειρά βιβλίο μου για ενήλικες που είναι προγραμματισμένο για τον Μάρτη, κι έχει και τον τίτλο του έτοιμο: “Γυναίκα Μπονσάι”, διότι γι’ αυτό που γράφω τώρα, θα βαρεθείτε να… ανυπομονείτε! Θα πάρει πολύ καιρό…Τουλάχιστον χρόνια. Δεν γράφω γρήγορα.

Κ.Τ.: Καλό είναι αυτό. Γιατί σημαίνει ότι το δουλεύετε αρκετά.
Β.Μ.: Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι “γεννάω” δύσκολα.

Κ.Τ.: Μου φαίνεται, από αυτά που βλέπω στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και στα ευπώλητα, ότι έχουμε γεμίσει μυθιστορήματα “προϊόντα σούπερ-μάρκετ”; Βάζουμε ένα ρομάντζο, έναν κατατρεγμένο έρωτα, 2 περίεργα ονόματα και είναι έτοιμο το καλοκαιρινό μας best seller;
Β.Μ.: Υπάρχει πάρα πολύ κόσμος που διαβάζει αυτά τα βιβλία. Έχουν το κοινό τους. Ένα πολύ μεγάλο κοινό…

Κ.Τ.: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εσείς θυσιάζετε την εμπορικότητα για την ποιότητα?
Β.Μ.: Όχι, θα μπορούσαμε απλά να πούμε ότι είναι ο δικός μου τρόπος γραφής. Δεν είναι ότι θυσιάζω κάτι. Εγώ δεν μπορώ να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο. Θέλω να πω ότι και να το ήθελα, δε θα το έγραφα καλά. Ενώ αυτοί που γράφουν αυτά τα μυθιστορήματα είναι αυθεντικοί. Έχουν ταλέντο σε αυτό που κάνουν!

Κ.Τ.: Συγγραφέας γεννιέται κανείς ή γινεται στην πορεία της ζωής του λόγω συγκυριών; Και πώς καταλαβαίνει κανείς μέσα του ότι είναι συγγραφέας;
Β.Μ.: Έχουν γίνει πολλές συζητήσεις πάνω σ’ αυτό το θέμα…

Κ.Τ.: Προσπάθησα να αποφύγω αυτή την ερώτηση, οφείλω να ομολογήσω..
Β.Μ.: Έχουν γίνει αρκετές συζητήσεις, και εγώ είμαι από την πλευρά εκείνων που λέει ότι δεν διδάσκεται η συγγραφή. Πιστεύω ότι όσο και όσα να διδαχτείς, εάν δεν έχεις το ταλέντο, δεν θα μπορέσεις να γίνεις συγγραφέας αυθεντικός. Θα έχεις μάθει την τεχνική, θα έχεις μάθει τον τρόπο κτλ, αλλά δεν θα έχεις να δώσεις κάτι το καινούριο. Διότι δεν είναι απλά να χειρίζεσαι καλά το λόγο και να έχεις ιδέες ή να “κλέβεις” ιδέες (όλοι “κλέβουμε” από τις ειδήσεις, από εδώ, από εκεί…) και να κάθεσαι να τις γράψεις. Ένας συγγραφέας θα πρέπει να προχωράει την τέχνη παραπάνω. Λοιπόν, εάν δεν υπάρχει το ταλέντο, όσο και να σου διδάξουν τη γραφή, δεν πρόκειται να προχωρήσεις την τέχνη παραπάνω από εκεί που θα την έχεις βρει. Γι’ αυτό και λέω ότι γεννιέσαι συγγραφέας. Αλλά από την άλλη, είναι και οι συγκυρίες που σε κάνουν να ανακαλύψεις ότι έχεις το ταλέντο, διότι διαφορετικά μπορεί να μην το ανακαλύψεις ποτέ! Θα πρέπει να έχεις τις ευκαιρίες που θα σε κάνουν να σκεφτείς ότι είσαι εν δυνάμει συγγραφέας. Φυσικά δεν γίνεσαι με το πρώτο σου βιβλίο συγγραφέας…

Κ.Τ.: Μια και μιλήσατε για ευκαιρίες, βλέπουμε ότι το διαδίκτυο έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας. Επίσης βλέπουμε ότι υπάρχει μεγάλη πτώση στις εκδόσεις, μαλιστα εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα και το εξωτερικό έκλεισαν πρόσφατα. Υπάρχει βιωσιμότητα στο επάγγελμα του συγγραφέα; Μπορεί να ζήσει καποιος μόνο από τη συγγραφή ή θα πρέπει να εξασκεί παράλληλα και κάποιο άλλο επάγγελμα για να βγάζει τα προς το ζην;
Β.Μ.: Εδώ στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολο να ζήσεις μόνο από τη συγγραφή των βιβλίων σου. Και είναι δύσκολο διότι το κάθε βιβλίο βγαίνει σε μικρό τιράζ, μια και τα ελληνικά είναι μια μικρή γλώσσα. Είναι πάρα πολύ λίγοι οι συγγραφείς αυτοί που ζουν από τα βιβλία τους και μόνο από αυτά. Στη λογοτεχνία ενηλίκων είναι κυρίως αυτοί με τα ευπώλητα που είπαμε προηγουμένως. Στην παιδική λογοτεχνία, νομίζω ότι είμαστε ίσως 10 που μπορούμε να πούμε ότι ζούμε μόνο από τα βιβλία μας. Και όταν λέμε ζούμε, εννούμε μία πολύ μετρημένη ζωή. Απλά έχουμε την ικανοποίηση ότι ζούμε από αυτά που γράφουμε και δεν χρειάζεται να κάνουμε κάποια άλλη δουλειά.

Κ.Τ.: Είναι γνωστή η δράση σας για την προώθηση της φιλαναγνωσίας, με επισκέψεις σας σε σχολεία όλης της Ελλάδας. Τελικά τα Ελληνόπουλα διαβάζουν λογοτεχνία;
Β.Μ.: Είναι εν δυνάμει αναγνώστες, όπως όλα τα παιδιά, απλά χρειάζονται εκπαίδευση. Και για να εκπαιδευτούν τα παιδιά, πρέπει να είναι πρώτα εκπαιδευμένοι οι γονείς και μετά οι εκπαιδευτικοί. Εκεί χωλαίνουμε!

Κ.Τ.: Στους γονείς πρώτα και μετά στους εκπαιδευτικούς;
Β.Μ.: Ναι, η εκπαίδευση της φιλαναγνωσίας ξεκινάει από το σπίτι – από την “κοιλιά”, δλδ η έγκυος πρέπει να διαβάζει στο έμβρυο. Αλλά, ακόμη κι αν τη χάσει το παιδί αυτή την εκπαίδευση στο σπίτι, έχει ακόμη την ευκαιρία να εκπαιδευτεί στο σχολείο. Εάν όμως τη χάσει στο δημοτικό, στο γυμνάσιο πλέον είναι εντελώς απίθανο να γίνει φιλαναγνώστης. Εκτός κι εάν έχει το σπόρο μέσα του, διότι υπάρχουν ορισμένοι που μπορεί να ανακαλύψουν ότι είναι φιλαναγνώστες στα 20 ή στα 30 τους. Αυτό όμως είναι ένα ποσοστό ελάχιστο. Η φιλαναγνωσία διδάσκεται κι αυτό πρέπει να γίνει έγκαιρα. Κάνω προσπάθειες με τις επισκέψεις μου ανά την Ελλάδα. Είναι αλήθεια ότι εκεί που πάω, δεδομένου ότι είμαι πάντα καλεσμένη, οι εκπαιδευτικοί είναι θετικοί στο βιβλίο. Όμως υπάρχει περίπτωση στο σχολείο όπου είμαι καλεσμένη να συναντήσω έναν ή και περισσότερους δασκάλους αδιάφορους ή ακόμη και αρνητικούς στην όλη προσπάθεια!

Κ.Τ.: Πώς θα μπορούσε ένας δάσκαλος παιδιών του δημοτικού να είναι αρνητικός στο παιδικό βιβλίο; Αυτό δεν μπορώ να το συλλάβω!
Β.Μ.: Δεν είναι συνειδητά αρνητικός! Απλά είναι τόσο πεπεισμένος ότι ο συγγραφέας έρχεται στο σχολείο του μόνο για να πουλήσει τα βιβλία του, που αυτός είτε αδιαφορεί είτε αντιδρά αρνητικά…

Κ.Τ.: Είστε από τους Έλληνες συγγραφείς που είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τη χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Πιστεύετε ότι με αυτό τον τρόπο θα προσεγγίσετε ευκολότερα τους νέους για να τους βοηθήσετε να ανακαλύψουν τον κόσμο του βιβλίου;
Β.Μ.: Όχι. Εγώ μπήκα τυχαία στο facebook και μόνο για να ελέγξω κάποια σελίδα θαυμαστών που είχε γίνει ερήμην μου (για να το κάνω αυτό έπρεπε να γίνω μέλος). Και κόλλησα! Διότι μου έδωσε προσωπική ικανοποίηση αυτή η σύνδεση ως συγγραφέας, μια και άρχισαν να επικοινωνούν μαζί μου οι ενήλικες πλέον παλιοί αναγνώστες μου. Παιδιά που μεγάλωσαν με τα βιβλία μου και που τώρα τα διαβάζουν στα δικά τους τα παιδιά. Αυτό για μένα ήταν η μεγαλύτερη ικανοποίηση, η μεγαλύτερη χαρά! Αυτή την επικοινωνία κυρίως χαίρομαι στο facebook, γι’ αυτό και παραμένω σε αυτό. Τίποτε άλλο. Ούτε για προώθηση βιβλίων, ούτε για προώθηση φιλαναγνωσίας. Ούτε πιστεύω ότι τα παιδιά που είναι στο διαδίκτυο, επειδή θα γνωρίσουν τη Βούλα Μάστορη, θα κάτσουν και να διαβάσουν κάποιο βιβλίο της…

Κ.Τ.: Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το διαδίκτυο ως εργαλείο για την ανάδειξη του παιδικού/εφηβικού βιβλίου ή πιστεύετε ότι οι νέοι που ασχολούνται με το διαδίκτυο δεν θα ασχοληθούν να το ψάξουν;
Β.Μ.: Το βρίσκω μάλλον απίθανο – τουλάχιστον προς το παρόν. Έχετε μήπως εσείς κάποιο παράδειγμα;

Κ.Τ.: Το ρεύμα του book crossing .
Β.Μ.: Ναι, αλλά και εδώ αναφερόμαστε σε μυημένα ήδη στην ανάγνωση άτομα. Θα μπορούσαμε ίσως να χρησιμοποιήσουμε το διαδίκτυο ως εργαλείο για την ανάδειξη του παιδικού/εφηβικού βιβλίου με κάποιο διαδραστικό τρόπο και έτσι να προσελκύσουμε νέους στη φιλαναγνωσία, αλλά μέχρι στιγμής, αν εξαιρέσουμε ορισμένα e-books, δεν νομίζω ότι υπάρχει τίποτε άλλο.

Κ.Τ.: Μεγάλη συζήτηση γίνεται στις μέρες μας για τη χρήση των greeklish. Πιστεύετε ότι τελικά η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει από τη χρήση τους;
Β.Μ.: Ναι, το πιστεύω αυτό. Κινδυνεύει η ορθογραφία της και το αλφάβητο της γλώσσας μας. Για μένα είναι ακατανόητο ένα παιδί να χρησιμοποιεί τα greeklish. Λένε ότι το κάνουν για την ευκολία τους, αλλά ποιά είναι η ευκολία τους; Να μαντεύεις ότι το w είναι ω, για παράδειγμα? Τι σόι ευκολία είναι αυτή; Κι όταν πλέον όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν την εύκολη εναλλαγή του ελληνικού με το αγγλικό αλφάβητο, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Αυτός που χρησιμοποιεί μόνο τα greeklish θα φτάσει κάποια στιγμή να μην ξέρει να γράφει ελληνικά. Ενδεχομένως μπορεί να μην το θεωρεί αυτό καθόλου σημαντικό, αλλά προσωπικά το βρίσκω τουλάχιστον ασυμβίβαστο το να είσαι Έλληνας και να μην γράφεις ελληνικά.

Κ.Τ.: Θα σπρώξω τώρα τη συζήτησή μας σε ένα άλλο σημείο. Διανύουμε μια από τις πιο ταραγμένες και φτωχές περιόδους σε πολιτικό, οικονομικό αλλά κυρίως πνευματικό επίπεδο. Η κοινωνία, ειδικά με τις δράσεις των “Αγανακτισμένων” τον Ιούνιο, αναζητούσε την παρέμβαση του πνευματικού κόσμου της χώρας, για τα τεκταινόμενα. Εσείς σαν εκπρόσωπός του, τι πιστεύετε ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να ανακάμψουμε, τουλάχιστον σε πνευματικό επίπεδο;
Β.Μ.: Αντίσταση πρώτα απ’ όλα. Και δεν το λέω τώρα αλλά το έλεγα ανέκαθεν. Και στα σχολειά που πηγαίνω έλεγα και λέω “αντισταθείτε”. Αντισταθείτε στο σύστημα. Αναφερόμενοι στην παιδεία, για παράδειγμα, αν όλοι οι μαθητές του γυμνασίου σταματούσαν το φροντιστήριο -όλοι όμως!-, θα είχαν όλοι τους περισσότερο ελεύθερο χρόνο και θα έμπαιναν στα πανεπιστήμια οι πιο άξιοι και όχι αυτοί που θα είχαν, αίφνης, περισσότερα λεφτά για φροντιστήρια. Αυτή είναι μια μορφή αντίστασης. Όσο για τους “Αγανακτισμένους”, συμφωνώ στο να είναι αγανακτισμένοι. Προσωπικά, θα έριχνα μία μούντζα ευχαρίστως! Δεν θα έριχνα μολώτωφ. Θα έριχνα μαύρο στην κάλπη! Δεν θα έριχνα ξύλο σε κανέναν. Από την άλλη, όλοι αυτοί που μας κυβερνούν είναι όλοι αυτοί που έχουμε εκλέξει εμείς οι ίδιοι. Δεν θέλω να πω ότι εφόσον τους εκλέξαμε θα πρέπει και να τους λουστούμε τώρα. Για μένα η λύση είναι ο πολιτισμός και ειδικότερα το βιβλίο. Εάν οι πολίτες διάβαζαν, εάν η φιλαναγνωσία διδασκόταν στα σχολεία, θα είχαμε πολίτες με κρίση που θα ψήφιζαν τους κατάλληλους πολιτικούς. Εκτός του ότι θα είχαμε και να τους διαλέξουμε ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, ανθρώπους που θα είχαν μεγαλώσει διαβάζοντας βιβλία και για τούτο ανθρώπους μεγαλωμένους διαφορετικά, με διαφορετικά μυαλά. Και δεν είναι τόσο απλό να βγαίνουμε στην πλατεία και να φωνάζουμε. Πρέπει να πάμε πολύ πιο πίσω, πιο βαθιά. Όλοι εμείς που φωνάζουμε θα πρέπει πρώτα να διορθώσουμε τα του οίκου μας. Να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν κρίση, να γίνουν ίσως αυτοί οι πολιτικοί που θα σώσουν στο μέλλον την Ελλάδα.

Κ.Τ.: Δηλαδή στο άμεσο μέλλον δεν προβλέπετε να δούμε προκοπή;
Β.Μ.: Προκοπή σε προσωπικό επίπεδο τη βλέπω. Προκοπή μπορείς να έχεις και με ελάχιστα. Με την προσωπική αντίσταση του καθενός μας μπορούμε να έχουμε προκοπή. Πολλοί μου λένε για τις επισκέψεις μου στα σχολεία: “Πού πας;” “Γιατί πας;” κτλ. Λέω ότι για να νιώθω εντάξει με τον εαυτό μου, θα κάνω την προσπάθειά μου. Αν μέσα στην τάξη, όπου θα έπρεπε κανονικά 25-30 παιδιά να είναι θετικά στο βιβλίο αλλά δεν είναι, καταφέρω έστω και ένα από αυτά να το “προσηλυτίσω” στο βιβλίο, για μένα είναι πολύ σημαντικό. Γι’ αυτό και πάω. Και προσπαθώ. Κι έτσι θα πρέπει ο καθένας μας να προσπαθεί στον τομέα του. Και για να ξαναγυρίσουμε στους “Αγανακτισμένους”, δεν καταδικάζω την προσπάθεια. Μέσα από εκεί ίσως κάτι να βγει.

Κ.Τ.: Με καλύψατε πλήρως σε αυτό το κομμάτι. Καθώς έκανα μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο πριν τη συνάντησή μας, παρατήρησα στις φωτογραφίες σας ότι στα μάτια σας μπορεί να δει κάποιος ένα παιδί έτοιμο να κάνει την επόμενη σκανταλιά. Μήπως τελικά το λάθος που κάνουμε οι περισσότεροι μεγαλώνοντας είναι ότι ξεχνάμε το παιδί που αφήσαμε πίσω;
Β.Μ: Ναι, είναι ένα λάθος που κάνει η πλειοψηφία των ανθρώπων. Εγώ δεν ξέρω αν κράτησα το παιδί μέσα μου επειδή άρχισα να γράφω ή άρχισα να γράφω επειδή είχα το παιδί μέσα μου. Δεν το ξέρω. Αλλά αν δείτε και στις αναρτήσεις μου, θα διακρίνετε μια παιγνιώδη διάθεση συνεχώς. Από τη μια θα αναρτήσω μια αστεία εικόνα κι από την άλλη μια… βαρύγδουπη σκέψη για το θάνατο που με απασχολεί ιδιαίτερα ή για τα γηρατειά. Μπορεί να είμαι ένας ενήλικας, αλλά μέσα μου κρύβεται ένα παιδί, το οποίο δεν κρύβεται συνέχεια, βγαίνει και φαίνεται χωρίς κανένα πρόβλημα. Συνυπάρχουμε. Κι αυτό για μένα είναι μια αντίσταση – στο χρόνο, στην πραγματικότητα…

Κ.Τ.: Και μια τελευταία ερώτηση. Πότε θα σας ξαναδούμε στη Ρόδο;
Β.Μ.: Ελπίζω να με καλέσουν και τη φετινή σχολική χρονιά κάπου εδώ (γέλια). Διαφορετικά θα κάνω μία αίτηση πάλι στο Λογοτεχνικό Κέντρο και, αν όχι του χρόνου, του παραχρόνου θα είμαι το καλοκαίρι πάλι εδώ.

Κ.Τ.: Σε ό,τι αφορά τη “Γυναίκα Μπονσάι” που περιμένουμε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων τον Μάρτιο του 2012 από ποιές εκδόσεις κυκλοφορεί;
Β.Μ.: Εάν δεν αλλάξει κάτι, από τις εκδόσεις Πατάκη.

Κ.Τ.: Πιστεύω ότι έχουμε καλύψει πλήρως τους αναγνώστες του www.monkeyisland.gr.
Β.Μ.: Ήταν πολύ ωραίες οι ερωτήσεις, πολύ ωραία η κουβεντούλα μας…

Κ.Τ.: Σας ευχαριστώ από καρδιάς.
Β.Μ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Περαιτέρω πληροφορίες για το έργο και τη ζωή της συγγραφέως, θα μπορέσετε να αναζητήσετε στους παρακάτω συνδέσμους:

www.voulamastori.com

voulamastori-paidika-vivlia.blogspot.com

Facebook Page: Βούλα Μάστορη-Συγγραφέας (http://www.facebook.com/pages/%CE%92%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1-%CE%9C%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B7-%CE%A3%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82/122308334507586)


Comments

comments

Comments are closed.

Follow Us!
FACEBOOK
Creative Commons
creative commons logo